Η συναισθηματική ακινησία δεν σημαίνει πάντα κατάθλιψη

Υπάρχουν περίοδοι στη ζωή που ο άνθρωπος δεν νιώθει έντονη λύπη, αλλά ούτε και χαρά. Δεν κλαίει, δεν καταρρέει, όμως τίποτα δεν τον συγκινεί πραγματικά. Οι μέρες περνούν μηχανικά, οι υποχρεώσεις διεκπεραιώνονται, οι σχέσεις συνεχίζονται. Αυτή η κατάσταση συχνά περιγράφεται ως συναισθηματική ακινησία και πολύ εύκολα ταυτίζεται με την κατάθλιψη. Ωστόσο, δεν πρόκειται πάντα για το ίδιο πράγμα.
Η συναισθηματική ακινησία είναι μια κατάσταση κατά την οποία το άτομο βιώνει ένα είδος εσωτερικού «παγώματος». Τα συναισθήματα δεν εξαφανίζονται, αλλά φαίνεται να έχουν χαμηλώσει ένταση. Ο άνθρωπος νιώθει αποστασιοποιημένος από τον εαυτό του, σαν να παρακολουθεί τη ζωή του απ’ έξω. Μπορεί να λειτουργεί κανονικά, να εργάζεται, να κοινωνικοποιείται, όμως μέσα του υπάρχει ένα κενό ή μια ουδετερότητα που τον προβληματίζει.
Σε αντίθεση με την κατάθλιψη, όπου κυριαρχεί η επίμονη θλίψη, η απελπισία, η απώλεια νοήματος και συχνά η αυτομομφή, η συναισθηματική ακινησία δεν συνοδεύεται απαραίτητα από αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό ή το μέλλον. Πολλοί άνθρωποι που τη βιώνουν λένε ότι «δεν είναι καλά, αλλά δεν είναι και άσχημα». Αυτό ακριβώς το ενδιάμεσο είναι που τους μπερδεύει και τους ανησυχεί.
Συχνά, η συναισθηματική ακινησία λειτουργεί ως μηχανισμός προστασίας. Μετά από παρατεταμένο άγχος, έντονες συναισθηματικές εμπειρίες, απώλειες ή χρόνια πίεση, ο ψυχισμός μπορεί να επιλέξει να «μουδιάσει» προσωρινά για να αντέξει. Είναι ένας τρόπος του οργανισμού να πάρει απόσταση από την υπερδιέγερση και την υπερφόρτιση. Δεν σημαίνει αδυναμία, ούτε απαραίτητα ψυχοπαθολογία.
Παράλληλα, η σύγχρονη καθημερινότητα ευνοεί αυτή την κατάσταση. Οι συνεχείς απαιτήσεις, η έλλειψη ουσιαστικής ξεκούρασης, η ανάγκη να είμαστε διαρκώς λειτουργικοί και διαθέσιμοι αφήνουν ελάχιστο χώρο για επεξεργασία συναισθημάτων. Όταν δεν υπάρχει χρόνος να νιώσεις, κάποια στιγμή σταματάς να νιώθεις έντονα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η συναισθηματική ακινησία πρέπει να αγνοείται. Αν επιμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα, αν συνοδεύεται από απομόνωση, σωματική εξάντληση ή απώλεια ενδιαφέροντος για πράγματα που παλαιότερα είχαν σημασία, χρειάζεται διερεύνηση. Όχι με ετικέτες και βιαστικά συμπεράσματα, αλλά με κατανόηση του πλαισίου και της προσωπικής ιστορίας του ατόμου.
Η ψυχοθεραπευτική διαδικασία μπορεί να βοηθήσει να αποκωδικοποιηθεί αυτή η ακινησία. Να κατανοηθεί τι την προκάλεσε, τι εξυπηρετεί και τι χρειάζεται ο άνθρωπος για να επανασυνδεθεί με τον συναισθηματικό του κόσμο με ασφάλεια. Γιατί πολλές φορές, πριν επιστρέψει η κίνηση, χρειάζεται πρώτα να αναγνωριστεί το πάγωμα.
